
Στον Οδυσσέα Ελύτη αποδίδεται το παρακάτω ποίημα με τίτλο «Στην απλότητα κρύβεται η ευτυχία». Είναι όμως δικό του;
Μπορώ να γίνω ευτυχισμένος με τα πιο απλά πράγματα και με τα πιο μικρά..
Και με τα καθημερινότερα των καθημερινών.
Μου φτάνει που οι εβδομάδες έχουν Κυριακές.
Μου φτάνει που τα χρόνια φυλάνε Χριστούγεννα για το τέλος τους.Που οι χειμώνες έχουν πέτρινα, χιονισμένα σπίτια.
Που ξέρω ν' ανακαλύπτω τα κρυμμένα πετροράδικα στις κρυψώνες τους.
Μου φτάνει που μ' αγαπάνε τέσσερις άνθρωποι. Πολύ...
Μου φτάνει που αγαπάω τέσσερις ανθρώπους. Πολύ...
Που ξοδεύω τις ανάσες μου μόνο γι' αυτούς.
Που δεν φοβάμαι να θυμάμαι.
Που δε με νοιάζει να με θυμούνται.
Που μπορώ και κλαίω ακόμα.
Και που τραγουδάω... μερικές φορές...
Που υπάρχουν μουσικές που με συναρπάζουν.
Και ευωδιές που με γοητεύουν...

Αν κάνετε μια αναζήτηση στην google θα διαπιστώσετε ότι δεν υπάρχουν αποτελέσματα πριν τις 18/11/2009.
Κι αυτό γιατί τότε ακριβώς δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το, πολύ όμορφο πάντως, κείμενο από κάποιο blogger με τίτλο «Παράθυρα χωρίς θέα».
ΠΗΓΗ: https://www.ellinikahoaxes.gr/2019/01/09/elitis_aplotita/


Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 199 επισκέπτες και κανένα μέλος
Η φλόγα ενός κεριού από στεαρίνη δεν είναι παρά στεαρίνη που καίγεται και εξατμίζεται, ενώ η φωτιά στην ξυλόσομπα αποτελείται από τα αέρια που απελευθερώνονται από την καύση του ξύλου.
Το χρώμα της φωτιάς εξαρτάται από τη θερμοκρασία που αναπτύσσεται κατά την καύση. Όσο πιο υψηλή είναι η θερμοκρασία, τόσο πιο κοντά στο μπλε ή στο ιώδες είναι οι φλόγες. Οι χαμηλής έντασης φωτιές είναι συνήθως κόκκινες.
Παρ' όλο που η φλόγα ενός κεριού στεαρίνης έχει θερμοκρασία χιλιάδων βαθμών, μπορούμε να περάσουμε γρήγορα το χέρι μας από πάνω της χωρίς να αισθανθούμε πόνο. Αυτό συμβαίνει γιατί η φωτιά αποτελείται από θερμά αέρια και επομένως πρόκειται για ενέργεια σε αραιωμένη, θα λέγαμε, μορφή.
Τελικά μπορούμε να πούμε ότι η φωτιά δεν είναι τίποτε άλλο από πυρακτωμένα αέρια.
- Παλιέ μου φίλε τί γυρεύεις;
χρόνια ξενιτεμένος ήρθες
με εικόνες που έχεις αναθρέψει
κάτω από ξένους ουρανούς
μακριά απ' τον τόπο το δικό σου.
- Γυρεύω τον παλιό μου κήπο·
τα δέντρα μού έρχουνται ώς τη μέση
κι οι λόφοι μοιάζουν με πεζούλια
κι όμως σαν ήμουνα παιδί
έπαιζα πάνω στο χορτάρι
κάτω από τους μεγάλους ίσκιους
κι έτρεχα πάνω σε πλαγιές
ώρα πολλή λαχανιασμένος.